Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Μερικές σκέψεις για το πρόσφατο, μεγάλο blackout στα ελληνικά αεροδρόμια

 Ο πρόσφατος χαμός, στην αρχή του 2026, με τις ξαφνικές ακυρώσεις πτήσεων, λόγω προβλημάτων στις ραδιοσυχνότητες του εναέριου χώρου που ελέγχεται από την Αθήνα (FIR Αθηνών), και το οποίο μάλιστα κατέληξε να δημιουργήσει πρόβλημα (άγνωστο πως!) ως και στη διανομή των βαλιτσών των επιβατών (!!!), κατέδειξε με πολύ ισχυρό τρόπο (ακόμα και αν υπήρξε "ξένος δάκτυλος" όπως ισχυρίζονται ορισμένοι), του τι συμβαίνει όταν οι υποδομές ενός κράτους, δεν αντιμετωπίζονται ως επένδυση και αναγκαιότητα για την ασφάλεια των κατοίκων και των επισκεπτών μιας χώρας, αλλά ως βαρίδι και μόνο.

Επίσης είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η τραγωδία των Τεμπών, αλλά και η καταστροφή του Σάμινα, δε δίδαξαν απολύτως τίποτα στους κρατούντες. Απλώς η ζωή συνεχίζεται και η καταστροφή μας περιμένει "στη γωνία" για να επαναληφθεί.

Το άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη καταδεικνύει τους λόγους για τους οποίους φτάσαμε ως εδώ, καθώς και το πόσο εύκολο είναι να ξαναδούμε το ίδιο "έργο" σύντομα, με άλλους (ή και τους ίδιους πρωταγωνιστές):

"Στη δεκαετία του 1990 αναδύθηκε ο όρος failed state (αποτυχημένο κράτος), για να περιγράψει κράτη σε κατάρρευση που αδυνατούσαν να προσφέρουν στοιχειώδεις υπηρεσίες και εγγυήσεις ασφάλειας στους πολίτες τους. Συχνά αυτό αποτέλεσε και τη δικαιολογία για μια σειρά από σχέδια ένοπλων στρατιωτικών επεμβάσεων. Όμως, κατά μία παράξενη ιστορική ειρωνεία ο ίδιος όρος μπορεί να περιγράψει την κατάσταση που διαμορφώνεται ως προς κρίσιμες υποδομές και κρατικές λειτουργίες σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που αντιμετωπίζουν το κράτος πρωτίστως ως ένα πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το πρόσφατο περιστατικό με την κατάρρευση των συστημάτων επικοινωνίας στον FIR Αθηνών και τους κινδύνους που αυτό δημιούργησε αλλά και την ταλαιπωρία στην οποία οδήγησε είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε ένα πεδίο κατεξοχήν ιδιωτικοποιημένο όπως είναι αυτό των αεροπορικών μεταφορών στη χώρα μας – η οποία δεν έχει, πολλά χρόνια τώρα, «κρατικό αερομεταφορέα» και όπου μεγάλο μέρος των αεροδρομίων είναι ιδιωτικά – το κρίσιμο τμήμα των υποδομών που αφορά την ασφάλεια και είναι ευθύνη του κράτους αποδείχτηκε επικίνδυνα παραμελημένο.

Και όλα αυτά την ώρα που η τραγωδία των Τεμπών – που προφανώς και δεν ήταν υπόθεση «ανθρώπινο λάθος» – διαρκώς υπογραμμίζει τραγικά τι συμβαίνει όταν κρίσιμες υποδομές αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως «απορροφησιμότητα» ευρωπαϊκών κονδυλίων και όχι ως πραγματική εξασφάλιση ότι δεν θα ήταν δυνατό δύο τρένα να κινούνται «τυφλά» στην ίδια γραμμή.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό. Το ζήτημα της ασφάλειας των υποδομών, που σε μεγάλο βαθμό είναι ζήτημα επισκευής και αναβάθμισης έργων που έγιναν σε μια προηγούμενη φάση, απασχολεί χώρες παγκοσμίως. Και αυτό γιατί η δαιμονοποίηση του «κρατικού», προς όφελος του ιδιωτικού, ή, ακόμη χειρότερα, του «αγοραίου», οδήγησε σε μια αντιμετώπιση του κράτους ως επενδυτικού πεδίου (ενίοτε και «τρόπαιου»), που με τη σειρά της σήμαινε ότι η συντήρηση και αναβάθμιση κρίσιμων υποδομών ήταν πια ένα κόστος που κάποιος έπρεπε να αναλάβει, συνήθως υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορούσε να είναι μια ακόμη συμφέρουσα εργολαβία. Όμως, αυτό στην πράξη κατέληγε είτε στην αναβολή αναμέτρησης με το πρόβλημα, είτε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, σε «εμβαλωματικού» τύπου λύσεις.

σκίτσο-του-ανδρέα-πετρουλάκη-08-01-26-564010984Η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο επιτείνουν παράμετροι που δοκιμάζουν τις υποδομές παγκοσμίως όπως είναι η κλιματική αλλαγή, δεν μπορεί να αφορά απλώς μια επίκληση αποτελεσματικότητας ή «επιτάχυνσης» του έργου. Στην πραγματικότητα απαιτεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε σχέση με το πώς βλέπουμε το ίδιο το κράτος, τη λειτουργία και τις προτεραιότητές του. Η αντίληψη ότι αποτελεί απλώς ένα διοικητικό κέλυφος γύρω από κατά βάση ιδιωτικές λειτουργίες, όπου δυνητικά ακόμη και πλευρές του «σκληρού πυρήνα» όπως η καταστολή και ο σωφρονισμός θα μπορούσαν να ιδιωτικοποιηθούν, για να μην αναφερθούμε στην παιδεία ή την υγεία, στο τέλος καταλήγει σε ένα κράτος που προσφέρει – και εγγυάται – πολύ λιγότερα, ένα κράτος που «δομικά» αυξάνει και δεν περιορίζει τον κίνδυνο, ένα κράτος διαρκούς ανασφάλειας, απέναντι στην οποία ο πολίτης έχει ως μόνη καταφυγή τελικά μόνο την «ατομική του ευθύνη»."

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Να το πως ο Καποδίστριας ξαναδιχάζει την Ελλάδα, 200 χρόνια μετά το θάνατό του

 Να λοιπόν που μια ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια, καταφέρνει να κάνει ό,τι συνέβη και με τον ίδιο, 200 περίπου χρόνια πριν. Διχασμός, όχι αυτή τη φορά για την προσωπική αξία ή τον πατριωτισμό του (η οποία έχει τεθεί ιστορικά υπό αμφισβήτηση αρκετές φορές, από το θάνατό του μέχρι σήμερα), αλλά για την καλλιτεχνική αξία της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδη, που προσπαθεί σε 2 και κάτι ώρες να μας παρουσιάσει, εν μεγάλη συντομία, τη ζωή του.

Από την μία έχουμε τους πολυπράγμονες κριτικούς κινηματογράφου (οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν "θάψει" όλες τις ελληνικές ταινίες έχουν κάνει κάποια επιτυχία και έχουν γυριστεί από σκηνοθέτες που δεν ανήκουν σ' ένα στενό και προστατευμένο κύκλωμα, στο οποίο και οι ίδιοι ανήκουν) και από την άλλη έχουμε ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού το οποίο συμπεριφέρεται λες και την ταινία τη γύρισε ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η αλήθεια προφανώς, βρίσκεται κάπου στη μέση:

Η ταινία αγιογραφεί σε μεγάλο βαθμό τον 1ο κυβερνήτη της Ελλάδας, παραβλέποντας ορισμένες άβολες λεπτομέρειες της προσωπικότητας του. Π.χ. αμελεί να παρουσιάσει τη συμπεριφορά του στενού του κύκλου, ο οποίος σε αντίθεση με τον έντιμο δικό του βίο ζούσε πλουσιοπάροχα, εις βάρος των δημόσιων ταμείων. Επίσης περνάει στο χαλαρό την προσπάθεια του να κυβερνήσει ολοκληρωτικά (παρουσιάζοντας το ως "ανάγκη", ενώ προφανώς δεν ήταν), δεν αναφέρεται στο πως μεγάλο μέρος των αγωνιστών της επανάστασης έμειναν εκτός στρατεύματος (επειδή δεν ήταν ρωσόφιλοι), ενώ αν και ο ίδιος παρουσιάζεται ως "ουδέτερος" δε μαθαίνουμε την αλήθεια για τον κύκλο του (που προφανώς δεν ήταν).

Επίσης δίνεται μεγάλο βάρος στη σχέση του με την Ρωξάνδρα Στούρτζα (η οποία παρουσιάζεται να "θυσιάζεται" και να παντρεύεται κάποιον άλλον, για να μην έχει ο Καποδίστριας κάποιο "ατύχημα" υποκεινούμενο από την Αυστρία), πράγμα που καταλήγει εις βάρος της ίδιας της ταινίας. 

Τέλος ο ρόλος του πρώην μοναχού-ακόλουθου του Καποδίστρια (ο οποίος λειτουργεί ως "περιγράφων" των τεκταινόμενων) και τα οράματα του Καποδίστρια με την Παναγία πλησιάζουν τα όρια της αφέλειας, ειδικά στο 1ο μέρος της ταινίας. 

Όμως η ταινία είναι καλογυρισμένη, η φωτογραφία είναι πολύ καλή και το όλο σύνολο καταφέρνει να κάνει αυτό που προφανώς έχει στόχο εξαρχής: να κεντρίσει το ενδιαφέρον του κοινού, για την προσωπικότητα του ήρωα και να φέρει στο προσκήνιο, μια περίοδο της ελληνικής ιστορίας, για την οποία ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ότι ξέρουμε πολλά. Πράγμα που είναι προφανώς λάθος.

Η ταινία επομένως αξίζει να τη δει κανείς. Έχουμε βαρεθεί να διαβάζουμε ύμνους για ταινίες με ήρωες πρόσφυγες από την Νιγηρία, γυναίκες από το Ιράν, αποτυχημένους ηθοποιούς στην Νέα Υόρκη και ψαράδες στην Γροιλανδία. Ωραίες και αυτές οι ιστορίες, αλλά προφανώς το ελληνικό κοινό θέλει ταινίες που να είναι κοντά σε αυτόν, για να βγει από το σπίτι και να δώσει τα 7-8 ευρώ που μπορεί και να μην του περισσεύουν.

Και αυτό θα πρέπει να το γνωρίζουν, οι επαγγελματίες τζαμπατζήδες που γράφουν τις κριτικές και όλοι οι άλλοι που βλέπουν ευχαρίστως ταινίες, αλλά από τα torrents, χωρίς να βάλουν στο χέρι στην τσέπη...

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

Μια "ηλεκτρονική" ΑΑΔΕ, που όμως από πλευράς νοοτροπίας έχει μείνει ακόμα στα 1980

 Η ψηφιακή μετεξέλιγξη των εφοριών παρουσιάζεται ως "πρωτοποριακό γεγονός" απο τις ελληνικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια. Βέβαια οι ψηφιακές υπηρεσίες των φορολογικών φορέων στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου, είναι κοινός τόπος εδώ και δεκαετίες - για παράδειγμα στην Μ.Βρετανία δεν υπάρχει κανείς πολίτης κάτω των 60 ετών, που να έχει συναντήσει εφοριακό στη ζωή του, εκτός κοινωνικών υποχρεώσεων. Στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα αυτό είναι συχνό φαινόμενο. Επίσης στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, δεν υπάρχει υποχρεωτικότητα της χρήσης του ίντερνετ (παρότι προφανώς αυτό κάνει τη ζωή των φορολογουμένων πιο εύκολη), ούτε επίσης υποχρεωτικότητα αποδοχής ηλεκτρονικών πληρωμών από τα καταστήματα. Το σκεπτικό είναι απλό: κάτι που δεν μπορεί να παρέχεται αξιόπιστα και με ελάχιστο κόστος από το κράτος, δε γίνεται να είναι και υποχρεωτικό. Απόδειξη της γραφικότητας της κατάστασης είναι το "χάος" που συνέβει με τις ηλεκτρονικές πληρωμές στην περίοδο του Black Friday. Εμείς όμως "πρωτοπορούμε" και πάνω σ' αυτό, όπως σημειώνει με εύσχημο τρόπο ο Βασίλης Ζωγράφος στο "Παρόν":

"Η ΑΑΔΕ του κ. Γεώργιου Πιτσιλή παρουσιάζεται στα διεθνή φόρουμ ως «σύγχρονος ψηφιακός οργανισμός» που στηρίζει το επενδυτικό προφίλ της χώρας και διαμορφώνει ένα φιλικό φορολογικό περιβάλλον. Για τον πολίτη και τη μικρή επιχείρηση, η εμπειρία του ψηφιακού κράτους είναι σκληρότερ
η, οργανώνεται γύρω από υποχρεωτικές ηλεκτρονικές πληρωμές, βαριά πρόστιμα, συχνές τεχνικές δυσλειτουργίες και μια καθημερινότητα που το ηλεκτρονικό χρήμα λειτουργεί περισσότερο ως εργαλείο πειθαρχίας παρά ως μέσο διευκόλυνσης.


Η αρχιτεκτονική του συστήματος στηρίζεται στην καθολική επιβολή ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η υποχρεωτική εγκατάσταση POS, η σταδιακή επέκταση του IRIS και των άμεσων πληρωμών, καθώς και οι τραπεζικές προμήθειες συγκροτούν ένα καθεστώς βίαιου προσανατολισμού στο ψηφιακό χρήμα. Η υποχρέωση διασύνδεσης των POS με τις ταμειακές και με τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ συνοδεύεται από πρόστιμα που φτάνουν τα 20.000 ευρώ, ανεξαρτήτως τζίρου. Μια μικρή επιχείρηση θα πληρώσει το ίδιο πρόστιμο με μια επιχείρηση εκατομμυρίων. Κατάφωρα μη αναλογικό και άδικο. Το κόστος διαχείρισης του ηλεκτρονικού χρήματος μεταφέρεται σιωπηρά στην πραγματική οικονομία και οι προμήθειες παραμένουν σημαντικό βάρος για τις επιχειρήσεις. Ο καταναλωτής θεωρεί ότι δεν επιβαρύνεται άμεσα, ενώ ο επαγγελματίας απορροφά το κόστος ή το ενσωματώνει σιωπηρά στις τελικές τιμές.

Στη συνιστάμενη της οικονομικής πίεσης υφίσταται η συνιστώσα της τεχνολογικής αστάθειας. Η ΑΑΔΕ αναγνωρίζει θεσμικά τον όρο «απώλεια διασύνδεσης», με ορισμό την αναίτια αδυναμία διαβίβασης δεδομένων στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA. Επιπροσθέτως, συνεχείς ανακοινώσεις για προσωρινή μη διαθεσιμότητα εφαρμογών της ΑΑΔΕ και υπηρεσιών της ΓΓΠΣ. Οι λογιστές καταθέτουν επίσημα υπομνήματα, περιγράφοντας τεχνικές, κρίσιμες και ουσιαστικές δυσλειτουργίες στις πλατφόρμες της ΑΑΔΕ, που επιβαρύνουν σοβαρά την έγκαιρη και ορθή υποβολή δηλώσεων. Το ψηφιακό κράτος, όπως υλοποιείται από την ΑΑΔΕ, στηρίζεται σε ένα παράδοξο. Επιβάλλει στους πολίτες και στις επιχειρήσεις αυξανόμενες υποχρεώσεις ηλεκτρονικής συμμόρφωσης και δεν εγγυάται ούτε σταθερή τεχνική διαθεσιμότητα ούτε πραγματική χρηστικότητα. Για παράδειγμα, στη μαζική και κοινωνικά ευαίσθητη καθημερινότητα της εστίασης, ο επιμερισμός ενός λογαριασμού σε παρέα φίλων παραμένει πρακτικά αδύνατος στη χρήση ψηφιακού χρήματος. Αντί να απλοποιεί τη συναλλαγή, τη μετατρέπει σε μικρή άσκηση διαχείρισης κινδύνου.

Η υποχρέωση για διασύνδεση POS, IRIS και ταμειακών με τα συστήματα της ΑΑΔΕ, η επιβολή προστίμων στους παρόχους εξοπλισμού και η απειλή προστίμων 100.000 ευρώ για μη έγκαιρη αναβάθμιση τερματικών συγκροτούν ένα ασύμμετρο πλαίσιο. Ο επιχειρηματίας βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή κυρώσεων, λόγω τεχνικών προβλημάτων οφειλόμενων στον ίδιο ή στο περιβάλλον υποδομών. Η διαδικασία υποχρεωτικής δήλωσης ΙΒΑΝ στο myAADE συνδέεται περισσότερο με τη διασφάλιση κατάσχεσης κεφαλαίων του κράτους από τον πολίτη, παρά με την ανάληψη ευθύνης για καθυστερήσεις που οφείλονται σε πολύπλοκες ή δυσλειτουργικές διαδικασίες. Η ρητορική περί «φιλικού προς τις επενδύσεις» ψηφιακού φορολογικού περιβάλλοντος μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο σε διεθνείς επενδυτές και λιγότερο στον εγχώριο επαγγελματία, που προσπαθεί να εκδώσει μια απόδειξη όταν πέφτει το σύστημα, να υποβάλει δήλωση όταν η πλατφόρμα δεν ανταποκρίνεται ή να συμμορφωθεί με σύνθετες οδηγίες του myDATA, χωρίς ουσιαστική υποστήριξη. Το επιτελικό αφήγημα δεν συνοδεύεται από ανάλογη επένδυση στην εργονομία, στη σταθερότητα και στη θεσμική δικαιοσύνη των μέτρων.

Το ψηφιακό χρήμα στην Ελλάδα δεν βιώνεται ως δικαίωμα και ευκολία αλλά ως υποχρέωση με νομικά και οικονομικά ρίσκα. Αντί η ΑΑΔΕ να λειτουργεί ως ψηφιακός θεσμικός μεσολαβητής που μειώνει τη γραφειοκρατία και αυξάνει την πρόβλεψη, συχνά εμφανίζεται ως κέντρο παραγωγής κανόνων που τιμωρούν δυσανάλογα τις αστοχίες των αδύναμων κρίκων. Το κράτος μεταφέρει το βάρος του ψηφιακού μετασχηματισμού στους ώμους όσων έχουν τη μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη, ενώ η ίδια η ψηφιακή υποδομή παραμένει λιγότερο αξιόπιστη από όσο απαιτεί η κλίμακα των υποχρεώσεων. Αν η Ψηφιακή Ελλάδα θέλει πράγματι να είναι σύγχρονη, οφείλει να αλλάξει προτεραιότητες. Να επενδύσει πρώτα στη σταθερότητα, στη χρηστικότητα και στην αναλογικότητα των κανόνων, στην ουσιαστική υποστήριξη των χρηστών και στη θεσμική προστασία των μικρών. Διαφορετικά, ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ΑΑΔΕ θα παραμένει ένα λαμπερό αφήγημα για διεθνή φόρουμ, ενώ στο εσωτερικό θα βιώνεται ως ένα αυστηρό, ασταθές και άνισο καθεστώς, όπου το ηλεκτρονικό χρήμα είναι περισσότερο εργαλείο ελέγχου παρά μοχλός ελευθερίας."

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2025

Κατασπατάληση δημοσίου χρήματος: Τα παραδείγματα του ΒΟΑΚ, του ακινήτου Φιξ στην Θεσσαλονίκη και του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά

 Η κυβέρνηση έχει ένα ιδιαίτερο τρόπο να εξυπηρετεί συγκεκριμένους εργολάβους, οι οποίοι για να πάρουν τα δημόσια έργα υπόσχονται χαμηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές τους ή συγκεκριμένες εταιρείες, με τις οποίες έχει προνομιακές σχέσεις. Οι τρόποι που γίνεται αυτό είναι καθ' όλα νόμιμοι, αλλά έχουν όλοι ένα κοινό αποτέλεσμα: την κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος. Το γιατί συμβαίνει αυτό είναι μια άλλη κουβέντα. Αλλά προφανώς είναι αδιανόητο, εκτός από την ανταλλαγή ψήφων με επιδοτήσεις, να φορτώνονται τα δημόσια οικονομικά με εκ των υστέρων υπερκοστολογήσεις, προς όφελος φίλων και (μακρινών) συγγενών.

Η πρώτη (εύκολη) εκδούλευση γίνεται με τα δημόσια έργα. Ας υποθέσουμε λοιπόν ό
τι το κράτος θέλει να κατασκευάσει ένα καινούργιο δρόμο, όπως π.χ. τον καινούργιο Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης. Πρώτα απ' όλα ξεκινάει με την πλήρη απαξίωση του υπάρχοντος δρόμου: οι όποιες φθορές καλύπτονται με μπαλώματα που είναι σχεδιασμένα να κρατήσουν λίγο, αναβαθμίσεις δε γίνονται ποτέ ώστε ο δρόμος να εκσυγχρονιστεί κ.ο.κ. Όταν "ο κόμπος φτάνει στο χτένι" και οι τοπικές κοινωνίες είναι έτοιμες μέχρι και να πουλήσουν τα νεφρά τους για να γίνει ο δρόμος, ανακοινώνει ότι θα κατασκευαστεί "καινούργιος" δρόμος, ο οποίος παρόλο που θα γίνει σε νησί θα έχει διόδια, καταστρατηγώντας τις πανευρωπαϊκές πρακτικές που εφαρμόζουν το αντίθετο. Μετά ανακοινώνονται με φανφάρες οι μελέτες, οι οποίες δείχνουν ότι ο δρόμος στο μεγαλύτερο του κομμάτι, δε θα είναι καινούργιος, αλλά ο παλιός, με κάποιες "αναβαθμίσεις". Σε μεγάλο κομμάτι κομμάτι μάλιστα, ο δρόμος θα είναι ακριβώς ο ίδιος, με την προσθήκη ορισμένων κόμβων. Ως εκ τούτου εναλλακτική όδευση δε θα υφίσταται, και επομένως θα συμβεί το τραγελαφικό, μιας και ο δρόμος μετά τον "Καποδίστρια" είναι συνδετικός κρίκος περιοχών που ανήκουν στους ίδιους Δήμους, οι κάτοικοι ενός Δήμου να πρέπει να πληρώνουν διόδια για να πάνε τα παιδιά τους σχολείο, να πηγαίνουν στα τοπικά νοσοκομεία ή κέντρα υγείας, να κάνουν τα ψώνια τους στο σούπερμαρκετ ή να πηγαίνουν στο ταχυδρομείο ή στις τράπεζες. Όλα αυτά τα έχουμε γράψει αναλυτικά εδώ και δεν προκαλούν πλέον καμία έκπληξη. Όπως δεν αποτελεί έκπληξη ότι όπως χρηματοδοτούνται τα έργα, ο ανάδοχος βγάζει ελάχιστα χρήματα από την τσέπη, αφού πάρα πολλές φορές η δική του συμμετοχή καλύπτεται από τραπεζικό δανεισμό, για τον οποίο υπάρχουν άνωθεν παρεμβάσεις. Η κυβερνητική εκδούλευση όμως γίνεται μέσω των απαλλοτριώσεων: το κράτος στις συμβάσεις που υπογράφει με τους ανάδοχους, "υπόσχεται" ταχύτατες απαλλοτριώσεις των εκτάσεων που θα χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες του καινούργιου δρόμου. Αυτό φυσικά δε συμβαίνει ποτέ - και ο ΒΟΑΚ δεν αποτελεί εξαίρεση, αν και το έργο δεν έχει ξεκινήσει ακόμα στο βασικό του κομμάτι. Ήδη στο κομμάτι που "εκτελείται" υπάρχουν απαιτήσεις 144 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να έχει μπει ακόμα στο "παιχνίδι" το προβληματικό κομμάτι, που είναι το Χανιά - Ηράκλειο. Έτσι ο "ανάδοχος" πληρώνεται υπεραξίες, τις οποίες νομότυπα δικαιούται. Παρότι οι ρήτρες είναι αμφίδρομες, το Δημόσιο σπανίως αναζητά την πληρωμή ρητρών για την καθυστερημένη ή μη παράδοση δημοσίων έργων. Η παρούσα κυβέρνηση δεν αποτελεί εξαίρεση. Γιατί να στεναχωρηθούν οι φίλοι τους εξάλλου;

Ο δεύτερος νομότυπος τρόπος υπερκοστολόγησης γίνεται με την "εκ των υστέρων αναθεώρηση" των συμβάσεων. Αυτό συνήθως συμβαίνει γιατί αυτοί που συνέταξαν το φάκελο ενός έργου "ξεχνούν" ότι κάποιες εργασίες είναι αναγκαίες και τις προσθέτουν εκ των υστέρων. Το καλύτερο παράδειγμα για μια τέτοια περίπτωση είναι το καπέλο 45 εκατομμυρίων που εγκρίθηκε πρόσφατα για την κατασκευή του Δικαστικού Μεγάρου Πειραιά. Σε αυτή την περίπτωση εργολάβος είναι η Dimand, η οποία ανέλαβε το έργο για περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ. Και ενώ οι εργασίες εξελίσσονταν κανονικά, στα μέσα του Αυγούστου, ο φορέας ανάθεσης του έργου (Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων - ΤΑΔΙΧ) "θυμήθηκε" ότι στο φάκελο του έργου δεν υπήρχε πρόβλεψη για τοποθέτηση καλωδίωσης για οπτικές ίνες, για μικροφωνικές εγκαταστάσεις καθώς και για κατασκευή φυλακίων στις εισόδους του κτιρίου. Και επειδή οι υπάλληλοι του ΤΑΔΙΧ είναι "κιμπάρηδες" αντί να αποδόσουν ευθύνες και να κάνουν συμπληρωματικό διαγωνισμό, όρισαν ότι το κόστος των εργασιών αυτών είναι 45 εκατομμύρια ευρώ και αναπροσάρμοσαν τη σύμβαση ανάλογα. Η υπόθεση (που αναδείχτηκε από την εφημερίδα "Παρόν") έχει τεράστιο ενδιαφέρον, αφού το έργο περιφέρονταν από υπουργείο σε υπουργείο επί 15ετία (άρα προκαλεί έκπληξη ότι στους τόσους που είχαν διαβάσει το φάκελό του, κανείς δε βρέθηκε να επισημάνει το ότι δεν υπήρχαν μικροφωνικές εγκαταστάσεις και φυλάκια), η υπερκοστολόγηση έγινε εν μέσω Αυγουστιάτικων διακοπών, ενώ φυσικά δεν υπήρξε απόδοση ευθυνών σε κανένα για το ύπερογκο βάρος που δέχονται τα δημόσια ταμεία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Dimand δε στεναχωρήθηκε καθόλου...

Ο τρίτος νομότυπος τρόπος είναι μέσω "έμμεσων" "ταμειακών διευκολύνσεων". Για παράδειγμα (και όπως αναφέρει η εφημερίδα "Μακεδονία") μια εταιρεία (π.χ. η Filma - 100% θυγατρική της Dimand για την οποία μιλήσαμε και παραπάνω) αγοράζει μια έκταση (π.χ. το παλιό εργοστάσιο του Φιξ στην Θεσσαλονίκη) για περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ. Η έκταση αυτή είναι ιδανική για "επένδυση" μέσω της κατασκευής κατοικιών, πολυχώρων, καταστημάτων εστίασης, ξενοδοχείου και εμπορικών καταστημάτων, ενώ η τιμή είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Όμως υπάρχει ένα πρόβλημα: πολλά κτίρια στο ακίνητο (το οποίο χωρίζεται σε 3 συγκροτήματα) θεωρούνται μνημεία μοντέρνας αρχιτεκτονικής και διατηρητέα, επομένως το κόστος για την αναμόρφωσή τους είναι σημαντικό. Όμως εκεί κάπου έρχεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που ως γνωστόν ενισχύει την επιχειρηματικότητα όπως μπορεί: Καταβάλλοντας στην Filma 8,2 εκατομμύρια ευρώ, αγοράζει ένα οικόπεδο έκτασης 6.900 τ.μ. και διατηρητέα κτίρια 7.700 τ.μ. περίπου, εντός του ακινήτου, διευκολύνοντας την Filma/Dimand έτσι ώστε: α) να αποσβέσει περίπου το 80% του συνολικού κόστους αγοράς, β) να πάρει δάνειο με ευνοϊκότερους τραπεζικούς όρους για την υλοποίηση του έργου (αποδεικνύοντας στην πράξη το επενδυτικό ενδιαφέρον για το "πρότζεκτ"). Παραμένει άγνωστο το γιατί η κυβέρνηση δεν αγόρασε το οικόπεδο αυτό από τους αρχικούς ιδιοκτήτες (ενώ ήταν γνωστό σε όλους ότι η έκταση ήταν προς πώληση τόσο τμηματικά όσο και συνολικά) καθώς και το γιατί το ακίνητο αγοράστηκε με σκοπό να στεγάσει τη "Συλλογή Κωστάκη" και η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης όταν και οι δύο έχουν επαρκείς χώρους στέγασης. 

Αλλά είπαμε: αν δε στηρίξεις τους φίλους σου, ποιους θα στηρίξεις; Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά...

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Να το πως οι "άδειες ταξιδίου" ήρθαν για να μας κάνουν τα ταξίδια δυσκολότερα

Η σκληρή πραγματικότητα είναι μία: τόσο η Ε.Ε. όσο και οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μία φάση αύξησης των τελών εισόδου στις επικράτειές τους. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό για τους επιβάτες: θα πρέπει να βάλουν στους προϋπολογισμούς τους επιπλέον και ένα κονδύλι "γραφειοκρατίας".

Καταρχήν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την αύξηση του (καθυστερημένου) ΕΤΙAS από 7 σε 20 ευρώ, ανά άτομο. Ίδιες σκέψεις κάνει και η Μ. Βρετανία, παρότι και εκείνη μόλις σχετικά πρόσφατα εισήγαγε τη σχετική "αναγκαιότητα".

 Υπενθυμίζουμε ότι η άδεια ταξιδιού ETIAS είναι μια "απαίτηση" για ταξιδιώτες-υπηκόους από χώρες εκτός Ε.Ε. και Σένγκεν, που ταξιδεύουν χωρίς βίζα, σε οποιαδήποτε από αυτές τις 30 ευρωπαϊκές χώρες, που "συμμετέχουν" στο πρόγραμμα  αυτό. Η άδεια ταξιδιού συνδέεται με το διαβατήριο του ταξιδιώτη και ισχύει για τρία χρόνια ή μέχρι τη λήξη του διαβατηρίου. Η ταξιδιωτική εξουσιοδότηση ETIAS θα επιτρέπει την είσοδο στην επικράτεια αυτών των ευρωπαϊκών χωρών όσο συχνά επιθυμούν οι ταξιδιώτες για σύντομες διαμονές – συνήθως για μέγιστο διάστημα 90 ημερών σε οποιαδήποτε περίοδο 180 ημερών. Ωστόσο, δεν εγγυάται την πρόσβαση. Κατά την άφιξη, ένας υπάλληλος θα ελέγξει το διαβατήριο των ταξιδιωτών και άλλα έγγραφα για να επαληθεύσει ότι πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου. Ανήλικοι, άτομα άνω των 70 και μερικές άλλες (μικρές σε αριθμό) κατηγορίες επιβατών θα εξαιρούνται από την καταβολή του ποσού, αλλά όχι από την αναγκαιότητα έκδοσης της ΕΤΙΑS. 

Για την ETIAS η φόρμα είναι εξαιρετικά απλή, αλλά στο παρασκήνιο τα στοιχεία που καταχωρούνται θα ελέγχονται στα αρχεία της Ιντερπόλ, της Europol και των αρχείων της Σένγκεν. Οι άδειες εισόδου αναμένονται να δίνονται σχεδόν αυτόματα, οπότε το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: "Τι όφελος θα υπάρχει αφού έτσι κι αλλιώς τα στοιχεία των επιβατών, ελέγχονται σε αυτές τις βάσεις ούτως ή άλλως κατά τον υπάρχοντα έλεγχο διαβατηρίων;". 

Η απάντηση είναι απλή και πάλι: Καμία. Η επιβολή της άδειας ταξιδίου, τόσο από την Ευρώπη όσο και από την Μ.Βρετανία και τις ΗΠΑ (παλαιότερα), μαζί με το ανάλογο κόστος γίνεται με στόχο τη συγκέντρωση ενός μεγαλύτερου όγκου πληροφοριών για τον ταξιδιώτη, καθώς και για την μετακύληση του κόστους από εκείνους που αποζητούν τη συγκέντρωση πληροφοριών (π.χ., την Ευρωπαϊκή Επιτροπή) σε εκείνους από τους οποίους οι "πληροφοριοσυλλέκτες" θέλουν να πάρουν τις πληροφορίες (δηλ. τους ταξιδιώτες).

Η εισαγωγή όμως νέων προγραμμάτων "άδειας ταξιδιών" δημιουργεί ένα κακό προηγούμενο: π.χ. οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα κατά το οποίο συγκεκριμένου τύπου ταξιδιώτες θα πρέπει να καταθέτουν ένα είδος "ασφάλειας" πριν από κάθε ταξίδι. Ήδη στο πρόγραμμα έχουν ενταθεί το Μαλάουϊ και η Ζάμπια, αλλά αν νομίζεται ότι το πράγμα θα μείνει σε αυτές τις δύο αφρικανικές χώρες, προφανώς και κοιμάστε τον "ύπνο του δικαίου".

Την ίδια στιγμή τα παλαιότερα προνόμια εξαφανίζονται: Εκεί που κάποτε οι βίζες για είσοδο στις ΗΠΑ είχαν 10ετή διάρκεια με όριο παραμονής τους 6 μήνες, για το εν λόγω πρόγραμμα οι βίζες έχουν διάρκεια 30 ημέρες και υποχρεωτική είσοδο από συγκεκριμένα αεροδρόμια των ΗΠΑ.

Οι σκεπτικιστές των προγραμμάτων αυτών τονίζουν το πως έτσι βρίσκονται στο στόχαστρο οι φτωχότεροι ταξιδιώτες -από την άλλη οι κυβερνήσεις θεωρούν πως με τέτοια προγράμματα αποθαρρύνονται εκείνοι που "ξεχνούν να φύγουν". 

Όπως και να έχει η αύξηση του κόστους και η εισαγωγή περισσότερων τέτοιων "προγραμμάτων" δείχνουν μια παγκόσμια τάση όχι μόνο μεγαλύτερου (αλλά όχι απαραίτητα αποτελεσματικότερου) ελέγχου των συνόρων, αλλά παράλληλα και μιας τάσης ώστε αυτά να αποτελούν πηγή κέρδους. Και δυστυχώς αυτό γίνεται όχι προς όφελος των πολιτών της Ε.Ε., των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας ή της Ιαπωνίας αλλά προς την αγορά software για ακόμα μεγαλύτερο έλεγχο τους.

Το "καλωσορίσατε" των χωρών αυτών έχει ξεκάθαρα ταμπελάκι με τιμή πλέον - το οποίο θ' αυξάνεται όλο και περισσότερο...